Πατήστε το πλήκτρο "Enter" για να μεταβείτε στο περιεχόμενο

Απαλλαγή από το ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ για μετόχους επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις και εμπίπτουν στις εξαιρέσεις από την υποχρέωση ονομαστικοποίησης

Με την τροπολογία που κατατέθηκε στο νομοσχέδιο του υπ.Δικαιοσύνης προβλέπονται μεταξύ άλλων

1. Απαλλάσσονται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης και οικονομικών συμφερόντων, οι βασικοί μέτοχοι και οι μέτοχοι επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις και είτε οι ίδιες είτε οι βασικοί μέτοχοι αυτών εμπίπτουν στις εξαιρέσεις από την υποχρέωση ονομαστικοποίησης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 3310/2005.

2. Τροποποιείται το άρθρο 16 του ν. 4714/2020 και καθορίζεται η διαδικασία για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του Γενικού Προϊσταμένου, του Προέδρου και των μελών των Επιτροπών Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών [μόνο ύστερα από αίτηση του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (Ε.Α.Δ.)], για πράξεις ή παραλείψεις αυτών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα.
Προς τον σκοπό αυτό, αποσπώνται δύο (2) υπάλληλοι της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), ως Επιθεωρητές – Ελεγκτές, με κοινή απόφαση του Διοικητή της Ε.Α.Δ. και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., χωρίς πρόσκληση ή γνώμη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
Τα ανωτέρω καταλαμβάνουν τον Πρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών του άρθρου 70Α του ν.2238/1994 καθώς και τους υπαλλήλους και τους προϊσταμένους της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.).

Αιτιολογική έκθεση

Άρθρου 4
Σ
τις περιπτώσεις εταιρειών που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, το τελευταίο φυσικό πρόσωπο που είναι αμέσως ή εμμέσως κύριος μετοχών ποσοστού τουλάχιστον ένα τοις εκατό (1%) και πληροί τις υπόλοιπες προϋποθέσεις του νόμου, καθώς και οι λοιποί μέτοχοι υποχρεούνται στην υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης και οικονομικών συμφερόντων, ακόμα και όταν οι μετοχές των εταιρειών αυτών είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο κράτους – μέλους της Ε.Ε. ή του Ο.Ο.Σ.Α. (περ. λθ’ παρ. 1 άρθρου 1 ν. 3213/2003 – περ. γ’ παρ. 6 άρθρου 2 του ν. 3310/2005 – παρ. 5 άρθρου 8 ν. 3310/2005 -Γνωμοδότηση ΝΣΚ 12/2021). Στην τελευταία όμως περίπτωση, η ως άνω υποχρέωση καθίσταται ανέφικτη λόγω της πολύ μετοχικής σύνθεσης των εταιρειών αυτών και της ταχύτητας των χρηματιστηριακών συναλλαγών [όπως αγοραπωλησίες σε μικρό χρονικό διάστημα μετοχών ποσοστού τουλάχιστον ένα τοις εκατό (1%) εισηγμένων εταιρειών που έχουν συνάψει δημόσια σύμβαση], ol δε μέτοχοι δεν μπορούν κατά κανόνα να γνωρίζουν ότι η εταιρεία έχει συνάψει δημόσια σύμβαση και ότι κατά συνέπεια υπέχουν την ως άνω υποχρέωση. Εξάλλου, ο σκοπός διασφάλισης της διαφάνειας και καταπολέμησης της διαφθοράς μπορεί να επιτευχθεί για τους ως άνω μετόχους, τόσο από την υφιστάμενη φορολογική νομοθεσία [υποβολή ετήσιων δηλώσεων εισοδήματος, υποβολή ετήσιων φορολογικών δηλώσεων Ε9, άρθρο 31 του ν. 4172/2013 (Α’ 167) περί αντικειμενικών δαπανών και υπηρεσιών και άρθρο 32 του ίδιου νόμου περί δαπανών απόκτησης περιουσιακών στοιχείων], όσο και από την ισχύουσα νομοθεσία εν γένει [ν. 4428/2016 «Κύρωση της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών» (Α’ 190) και ν. 4378/2016 (Α’ 55) με τον οποίο ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο, μεταξύ άλλων, η Οδηγία 2014/107/ΕΕ

Άρθρου 5

Η παρ. 9 του άρθρου 16 του ν. 4714/2020 που αναφέρεται στις προϋποθέσεις βάσει των οποίων υπέχουν αστική και ποινική ευθύνη ο Προέδρος και τα μέλη της νεοσύστατης Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διάφορων, προβλέπει ότι τα πρόσωπα αυτά δεν διώκονται για τις γνώμες και τις αποφάσεις που εξέδωσαν ή τις παραλείψεις τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός από την περίπτωση που ενήργησαν με δόλο ή με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να βλάψουν το Δημόσιο ή άλλον. Για την αρτιότερη νομοτεχνική διατύπωση του εδάφιου αυτού και για την επίλυση ερμηνευτικών προβλημάτων που πιθανώς να γεννηθούν, προτείνονται με την παρ. 1 της εισαγόμενης ρύθμισης αλλαγές και προσθήκες, ούτως ώστε, προς διασφάλιση της ανεξαρτησίας των προσώπων αυτών, να καταστεί σαφές, ότι για τη γέννηση της αστικής και ποινικής ευθύνης τους απαιτείται σωρευτικά, πέραν του δόλου (με πρόθεση), και η ύπαρξη σκοπού προσπορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους ή βλάβης του Δημοσίου ή άλλου, σε εναρμόνιση άλλωστε με τα γενικώς ίσχύοντα στην ποινική νομοθεσία (πρβλ. άρθρο 259 ΠΚ ως προς το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος: «Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο»). Επιπλέον, προτείνεται να ασκείται ποινική δίωξη κατά των ως άνω προσώπων μόνο ύστερα από αίτηση του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας. Η εν λόγω αίτηση φέρει τον χαρακτήρα αίτησης της αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 41 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και δεν υπόκειται στις χρονικές προθεσμίες της έγκλησης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζονται περαιτέρω ο Πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής από τους κινδύνους αβάσιμων καταγγελιών ενώ παράλληλα ενισχύεται η αποτελεσματικότητα του ποινικού δικαιοδοτικού μηχανισμού στον βαθμό που μία καθ’ ύλην αρμόδια αρχή ενημερώνει με εγκυρότητα και ακρίβεια τα αρμόδια ποινικά όργανα σε σχέση με τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που σχετίζονται με το εκάστοτε αδίκημα. Επιπλέον, τίθεται μεταβατική ρύθμιση για τις εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, κατά του Γενικού Προϊσταμένου, του Προέδρου και των μελών των ως άνω Επιτροπών, που έχουν εκκινήσει χωρίς την υποβολή αίτησης του Διοικητή της Ε.Α.Δ..

Τέλος, με την παρ. 2 προτείνεται η προσθήκη στο άρθρο 16 του ν. 4714/2020 νέων παρ. 13 και 14, ούτως ώστε η παρ. 9 του άρθρου 16, όπως αντικαθίστανται με την παρ. 1 του προτεινόμενου άρθρου να ισχύει αναλογικά, για λογούς ίσης μεταχείρισης, και για τον Προέδρο και τα μέλη της Επιτροπής Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διάφορων του άρθρου 70Α του ν. 2238/1994, καθώς και για τους υπαλλήλους και τους προϊσταμένους της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων του άρθρου 63 του ν. 4174/2013. Και τούτο, ενόψει της αντιστοιχίας των λόγων σύστασης και λειτουργίας των ως άνω Επιτροπών, καθώς και της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ, οι οποίοι συνίστανται τόσο στην αποσυμφόρηση των διοικητικών δικαστηρίων από τον μεγάλο αριθμό των εκκρεμών σε αυτά φορολογικών διαφορών, όσο και στην ταχύτερη εξωδικαστική επίλυση αυτών προς όφελος του Δημοσίου και των φορολογούμενων.

Προτεινόμενες διατάξεις

Άρθρο 4

Απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης και οικονομικών συμφερόντων στις περιπτώσεις μετόχων εταιρειών που εξαιρούνται από την υποχρέωση ονομαστικοποίησης – Τροποποίηση παρ. 5 άρθρου 8 ν. 3310/2005 και περ. λθ’ παρ. 1 άρθρου 1 του ν. 3213/2003

1. Στην παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 3310/2005 (Α’ 30) προστίθεται τέταρτο εδάφιο και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής:

«5. Ο ιδιοκτήτης, οι εταίροι, οι βασικοί μέτοχοί, τα μέλη οργάνου διοίκησης, τα διευθυντικά στελέχη ελληνικών επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις υποχρεούνται να υποβάλλουν κάθε χρόνο στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 3213/2003 (ΦΕΚ 309 Α’), όπως ισχύει, δήλωση περιουσιακής κατάστασης, μέχρι και τρία (3) έτη από την ολοκλήρωση της εκτέλεσης της εκάστοτε συναπτόμενης δημόσιας σύμβασης. Η ανωτέρω υποχρέωση ισχύει και για όλα ανεξαιρέτως τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία έχουν τη μόνιμη κατοικία τους στην Ελλάδα και φέρουν οποιαδήποτε από τις ανωτέρω ιδιότητες σε αλλοδαπές επιχειρήσεις που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις. Ειδικά για τα Πιστωτικά Ιδρύματα που εκάστοτε ανακεφαλαιοποιούνται σύμφωνα με το ν. 3864/2010 (Α’ 119) και συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, την ανωτέρω υποχρέωση έχουν τα φυσικά πρόσωπα που φέρουν τις ιδιότητες του πρώτου εδαφίου και έχουν μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα. Από την υποχρέωση του πρώτου εδαφίου εξαιρούνται οι βασικοί μέτοχοι και οι μέτοχοι επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις και είτε οι ίδιες είτε οι βασικοί μέτοχοι αυτών εμπίπτουν στις εξαιρέσεις από την υποχρέωση ονομαστικοποίησης της παρ.3.».

2. Η περ. λθ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003 (Α’ 309) τροποποιείται με την πρόβλεψη εξαιρέσεων στις περιπτώσεις αντίστοιχων εξαιρέσεων από την υποχρέωση ονομαστικοποίησης και διαμορφώνεται ως εξής:

«λθ. Ο Ιδιοκτήτης, οι Εταίροι, οι Βασικοί Μέτοχοι, τα εκτελεστικά μέλη οργάνου διοίκησης και τα διευθυντικά στελέχη ελληνικών επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, καθώς και τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία έχουν τη μόνιμη κατοικία τους στην Ελλάδα και φέρουν οποιαδήποτε από τις ανωτέρω ιδιότητες σε αλλοδαπές επιχειρήσεις που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, εφόσον το αντικείμενο τους υπερβαίνει τα αναφερόμενα στην περίπτωση ια’ ποσά ανά περίπτωση, εξαιρουμένων των βασικών μετόχων και των μετόχων επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις και είτε οι ίδιες είτε οι βασικοί μέτοχοι αυτών εμπίπτουν στις εξαιρέσεις από την υποχρέωση ονομαστικοποίησης της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 3310/2005 (Α’ 30).».
του Συμβουλίου για την τροποποίηση της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ όσον αφορά στην αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στον φορολογικό τομέα μεταξύ κρατών μελών της ΕΕ η οποία είχε ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με τον ν. 4170/2013).

Άρθρο 5
Ποινική ευθύνη μελών οργάνων επίλυσης φορολογικών διάφορων – Τροποποίηση παρ, 9 και προσθήκη παρ, 13 και 14 στο άρθρο 16 ν. 4714/2020

παράλειψή τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός από την περίπτωση που ενήργησαν με πρόθεση και με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να βλάψουν το Δημόσιο ή άλλον κατά τα οριζόμενα στις κείμενες ποινικές διατάξεις ή σε περίπτωση παραβίασης του απορρήτου των πληροφοριών και στοιχείων που περιήλθαν σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους κατά το άρθρο 17 του ν. 4174/2013. Για πράξεις ή παραλείψεις του προηγουμένου εδαφίου, ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από αίτηση του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (Ε.Α.Δ.) στην οποία τεκμηριώνεται ειδικά και εμπεριστατωμένα ότι οι ανωτέρω πράξεις ή παραλείψεις τελέστηκαν σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο. Προς τον σκοπό αυτό, η Ε.Α.Δ. μπορεί να ζητά στοιχεία ή να διαβιβάζει τις όποιες αναφορές ή καταγγελίες κατά πράξεων ή παραλείψεων του Γενικού Προϊσταμένου, του Προέδρου και των μελών των ως άνω Επιτροπών σε κάθε άλλη αρμόδια αρχή ή υπηρεσία, προκειμένου να συνδράμει, με κάθε πρόσφορο μέσο, το έργο της Ε.Α.Δ. Σε κάθε περίπτωση οι ως άνω αρχές και υπηρεσίες υποχρεούνται να απαντούν σε αιτήματα της Ε.Α.Δ. ή να εξετάζουν και να αποφαίνονται επί διαβιβασθεισών σε αυτές καταγγελιών εντός τεσσάρων (4) μηνών από την παραλαβή τους. Για την υποβοήθηση του έργου της αρμόδιας οργανικής μονάδας της Ε.Α.Δ. αποσπώνται δύο (2) υπάλληλοι της Α.Α.Δ.Ε. με αποδεδειγμένη εμπειρία στα ως άνω θέματα ως Επιθεωρητές-Ελεγκτές, με κοινή απόφαση του Διοικητή της Ε.Α.Δ. και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών που μπορεί να ανανεωθεί άπαξ, χωρίς να απαιτείται σχετική πρόσκληση ή γνώμη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Εντός αποκλειστικής προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος ή έως την ημερομηνία συμπλήρωσης της παραγραφής του σχετικού εγκλήματος αν αυτή επέρχεται νωρίτερα, ο Διοικητής της Ε.Α.Δ. μπορεί να υποβάλει γραπτή αίτηση για τη συνέχιση εκκρεμών ποινικών διαδικασιών κατά του Γενικού Προϊσταμένου, του Προέδρου και των μελών των ως άνω Επιτροπών, υπό τους όρους της παρούσας. Εντός της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου, δεν εκδικάζονται οι σχετικές υποθέσεις και χορηγείται αυτεπαγγέλτως αναβολή. Εφόσον δεν υποβληθεί αίτηση, παύει η ποινική δίωξη και η υπόθεση τίθεται στο αρχείο.».

2. Στο τέλος του άρθρου 16 του ν. 4714/2020 προστίθενται παρ. 13 και 14 ως εξής:

«13. Με εξαίρεση τα αναφερόμενα στα δύο πρώτα εδάφια, η παρ. 9 καταλαμβάνει τον Προέδρο και τα μέλη της Επιτροπής Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διάφορων του άρθρου 70Α του ν. 2238/1994 (Α1 151), σε σχέση με τις γνώμες που διατύπωσαν ή τις αποφάσεις που εξέδωσαν ή τις παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, για το χρονικό διάστημα συμμετοχής τους στην παραπάνω επιτροπή.

14. Με εξαίρεση τα αναφερόμενα στα δύο πρώτα εδάφια, η παρ. 9 καταλαμβάνει και τους υπαλλήλους και τους προϊσταμένους της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, σε σχέση με τις γνώμες ή εισηγήσεις που διατυπώνουν ή τις αποφάσεις που εκδίδουν ή τις παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.».