Πατήστε το πλήκτρο "Enter" για να μεταβείτε στο περιεχόμενο

ΔΕΕ – Απορρίπτεται η αγωγή αποζημίωσης κάτοχων ελληνικών χρεογράφων που μετείχαν στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους το 2012

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Λουξεμβούργο, 9/2/2022

Απόφαση στην υπόθεση T-868/16 QI κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ
«Αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους, εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης»

 
Ενόψει της οικονομικής κρίσης και του κινδύνου χρεοκοπίας της Ελλάδας, η Eυρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ (Ευρωσύστημα), αφενός, και η Ελλάδα, αφετέρου, σύναψαν στις 15 Φεβρουαρίου 2012 συμφωνία για την ανταλλαγή των ελληνικών χρεογράφων τα οποία κατείχαν η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες με νέα χρεόγραφα, με ίδια ονομαστική αξία, επιτόκιο, ημερομηνίες καταβολής τόκων και αποπληρωμής, αλλά με διαφορετικούς αριθμούς σειράς και διαφορετικές ημερομηνίες.

Κατά το ίδιο διάστημα, οι ελληνικές αρχές και ο ιδιωτικός τομέας συμφώνησαν σε οικειοθελή ανταλλαγή και μείωση κατά 53,5 % της αξίας των χρεογράφων τα οποία κατείχαν οι ιδιώτες πιστωτές [Private Sector Involvement (PSI)]. Η Ευρωομάδα (Eurogroup) προσδοκούσε σημαντική συμμετοχή των ιδιωτών πιστωτών στην εν λόγω οικειοθελή ανταλλαγή χρεογράφων. Με το νόμο 4050/2012 της 23ης Φεβρουαρίου 2012, η Ελλάδα προέβη στην ανταλλαγή του συνόλου των χρεογράφων αυτών -περιλαμβανομένων των χρεογράφων τα οποία κατείχαν οι πιστωτές που είχαν απορρίψει την προσφορά οικειοθελούς ανταλλαγής- βάσει «ρήτρας συλλογικής δράσης» (CAC).

Ορισμένοι εκ των πιστωτών αυτών άσκησαν αγωγή αποζημίωσης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ζητώντας την αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν, κατόπιν της εφαρμογής υποχρεωτικής ανταλλαγής κρατικών χρεογράφων στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους το 2012, λόγω πράξεων ή συμπεριφορών, ιδίως, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της ΕΚΤ.

Με την σημερινή του απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει, αρχικά, ότι η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης θεμελιώνεται εφόσον συντρέχει ένα σύνολο προϋποθέσεων:
1) ο παράνομος χαρακτήρας της προσαπτόμενης στα όργανα της Ένωσης συμπεριφοράς,
2) το υποστατό της ζημίας και
3) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του οργάνου και της προβαλλόμενης ζημίας.

Επ’ αυτού, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι οι δηλώσεις της Ευρωομάδας δεν μπορούν να καταλογιστούν στην Ένωση ή στην ΕΚΤ, με αποτέλεσμα το ίδιο να είναι αναρμόδιο να αποφανθεί επί της τη νομιμότητάς τους στο πλαίσιο αγωγής αποζημίωσης, προκειμένου να εκτιμήσει τη στοιχειοθέτηση ενδεχόμενης εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης ή της ΕΚΤ.

Ειδικότερα, η Ευρωομάδα σχεδιάστηκε ως διακυβερνητικό όργανο, εκτός του θεσμικού πλαισίου της Ένωσης, με σκοπό να παράσχει στους υπουργούς των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ τη δυνατότητα να ανταλλάσσουν και να συντονίζουν τις απόψεις τους επί ζητημάτων σχετικών με τις κοινές αρμοδιότητές τους όσον αφορά το ενιαίο νόμισμα. Ως εκ τούτου, λειτουργεί ως σύνδεσμος μεταξύ του εθνικού και του ενωσιακού επιπέδου για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών αυτών των κρατών μελών. Η Ευρωομάδα έχει άτυπη φύση η οποία εξηγείται από τον σκοπό για τον οποίο ιδρύθηκε, δηλαδή, να διαθέτει η οικονομική και νομισματική ένωση ένα διακυβερνητικό εργαλείο συντονισμού, χωρίς παράλληλα να επηρεάζεται η αποστολή του Συμβουλίου, το οποίο βρίσκεται στον πυρήνα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων σε επίπεδο Ένωσης στον τομέα της οικονομικής πολιτικής ούτε η ανεξαρτησία της ΕΚΤ.

Το Γενικό Δικαστήριο αρνείται, εν συνεχεία, ότι είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της νομιμότητάς της κοινής δήλωσης των αρχηγών κρατών μελών και κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ στη σύνοδο κορυφής της ζώνης για το ευρώ. Σχετικά με την κοινή δήλωση των αρχηγών κρατών μελών ή κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή αν και υπερβαίνει το αμιγώς διακυβερνητικό πλαίσιο, δεν ήταν δυνατόν να οδηγήσει σε στοιχειοθέτηση εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης.

Έπειτα, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει εάν οι διάφορες πράξεις ή η αδράνεια των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ενέχουν κατάφωρες παραβιάσεις κανόνων δικαίου της Ένωσης που απονέμουν δικαιώματα σε ιδιώτες.

Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει, πρώτον, ότι οι κανόνες [1], που επικαλέστηκαν οι ενάγοντες για να υποστηρίξουν το επιχείρημα τους ότι η Ένωση και το Ευρωσύστημα ενήργησαν καθ’ υπέρβαση εξουσίας, δεν τους απονέμουν ειδικά δικαιώματα των οποίων η προσβολή θα  μπορούσε να στοιχειοθετήσει την εξωσυμβατική ευθύνη είτε της Ένωσης είτε της ΕΚΤ.

Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει τον ισχυρισμό με τον οποίο προβάλλεται κατάφωρη παράβαση του άρθρου 123 ΣΛΕΕ.

Τρίτον, η άσκησή του δικαιώματος ιδιοκτησίας που προστατεύεται από το άρθρο 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς προς επιδίωξη σκοπών γενικού συμφέροντος.
Τόσο η θέσπιση και η εφαρμογή του νόμου 4050/2012 όσο κι ο αποκλεισμός συμμετοχής του Ευρωσυστήματος από την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους είχαν ως συνέπεια την προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας των εναγόντων. Όμως, εξυπηρετούν σκοπό γενικού συμφέροντος που συνίσταται στη διασφάλιση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της και δεν συνιστούν δυσανάλογη και ανεπίτρεπτη προσβολή του δικαιώματος αυτού.

Τέταρτον, εσφαλμένως προέβαλαν οι ενάγοντες παραβίαση από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ή από την ΕΚΤ της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων κατά την έννοια του άρθρου 63 ΣΛΕΕ.

Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι η σύναψη και η εφαρμογή της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012 δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Οι ενάγοντες, ως ιδιώτες επενδυτές, και οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος δεν βρίσκονταν σε παρεμφερή θέση. Οι πρώτοι ενεργούσαν προς εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος, ενώ οι δεύτερες αποκλειστικά με γνώμονα σκοπούς γενικού συμφέροντος, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών και η ορθή διαχείριση της νομισματικής πολιτικής.

Βάσει των παραπάνω, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή.


[1] Τα άρθρα 120 έως 127, το άρθρο 282, παράγραφος 2, καθώς και το άρθρο 352, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.