Πατήστε το πλήκτρο "Enter" για να μεταβείτε στο περιεχόμενο

Οι έννομες συνέπειες της ΣτΕ Ολ. 1439/2020 στις περικοπές συνταξιοδοτικών παροχών που δεν θεσπίστηκαν με τη διάταξη του άρθρου 144 του ν. 4714/2020 αλλά με προγενέστερους Νόμους


Νένα Π. Διονυσοπούλου, ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

Στην με αριθμό ΣτΕ 1406/2022 απόφασή της, που δημοσιεύεται σήμερα στον κόμβο, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κλήθηκε να αποφανθεί επί της αιτήσεως ακυρώσεως συνταξιούχων – που καταλαμβάνονταν από τα ρητά προβλεπόμενα στην παράγραφο 5 του άρθρου 114 του ν. 4714/2020 καθώς είχαν εν τω μεταξύ ασκήσει προ της 31ης Ιουλίου 2020 αντίστοιχες αγωγικές αξιώσεις – σχετικά με το εάν η Φ. 11321/35005/1528/13.10.2020 κοινή απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων έπρεπε ή όχι να ακυρωθεί καθ’ ο μέρος:
[α] δεν προβλέφθηκε η καταβολή στους συνταξιούχους και των ποσών που αντιστοιχούν σε μειώσεις επικουρικών συντάξεων και καταργηθέντα επιδόματα αδείας και εορτών.
[β] αποσβέννυνται οι επιπλέον αξιώσεις των συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα για ποσά που αντιστοιχούν σε περικοπές, μειώσεις και καταργήσεις, δυνάμει του ν. 4051/2012 και του ν. 4093/2012, επικουρικών συντάξεων, επιδομάτων αδείας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 11.6.2015 έως την δημοσίευση του ν. 4387/2016, εφόσον, ως προς τις αξιώσεις αυτές, δεν υπήρχε εκκρεμής δίκη κατά την δημοσίευση του εν λόγω ν. 4714/2020 (31.7.2020).

Προσπερνώντας βιαστικά την αναμενόμενη αναφορά στις αποφάσεις σταθμούς της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας 2287-2288/2015 (σκεπτικό 4), 1894/2019 (σκεπτικό 5) καθώς και την με αριθμό 1439/2020 (σκεπτικό 6) απόφαση της Ολομέλειας που αφορούσε πρότυπη δίκη αγωγής αποζημίωσης συνταξιούχων του Ε.Φ.Κ.Α. και του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. και παραλείποντας στην συνέχεια την παράθεση αυτούσιων των διατάξεων καθώς και της αιτιολογικής έκθεσης του άρθρου 114 του Ν.4714/2020, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 34 του Ν 4734/2020 και τέλος τις διατάξεις της Φ. 11321/35005/1528/13.10.2020 κοινής απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (σκεπτικό 7 – 9), θα αναζητήσουμε το «δια ταύτα». Εκεί θα διαπιστώσουμε πως η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας δικαίως απορρίπτει την αίτηση με το επιχείρημα πως η  μείωση και η μεταγενέστερη πλήρης περικοπή των επιδομάτων εορτών δεν θεσπίσθηκε με την διάταξη του άρθρου 114 του ν. 4714/2020, αλλά με προγενέστερους νόμους (άρθρο τρίτο παρ. 10-14 του ν. 3845/2010 – Α’ 65, άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012, αντιστοίχως), οι ρυθμίσεις των οποίων δεν εξειδικεύονται με την Φ. 11321/35005/1528/13.10.2020 κοινή απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων. Το ΣτΕ διευκρίνισε επίσης πως η Φ. 11321/35005/1528/13.10.2020 καθόσον εκδόθηκε σύμφωνα με το δεδικασμένο που απορρέει από τις ΣτΕ Ολ. 2287, 2288/2015 και 1439/2020 και την εν γένει υποχρέωση συμμορφώσεως της Διοικήσεως στις δικαστικές αποφάσεις, η οποία επιτάσσεται από το Σύνταγμα και το νόμο, προσβάλλεται παραδεκτώς μόνο ως προς την καταβολή ποσών που αντιστοιχούν σε κύριες συντάξεις και όχι ως προς την καταβολή ποσών που αντιστοιχούν σε περικοπές επικουρικών συντάξεων και σε καταργηθέντα επιδόματα εορτών και αδείας.
Ειδικά ως προς το πρόσωπο των αιτούντων επισήμανε πως η ρύθμιση της παρ. 4 του άρθρου 114 του ν. 4714/2020 δεν τους αφορά, εφόσον εξαιρούνται αυτής δυνάμει της παρ. 5 του ίδιου άρθρου 114 και πως η ικανοποίηση των αξιώσεών τους εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από την έκβαση της δίκης επί των αγωγών που οι ίδιοι είχαν ήδη ασκήσει πριν από την δημοσίευση του εν λόγω νόμου ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.

Ακολούθως, το Συμβούλιο της Επικρατείας υπέμνησε εμφατικά την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στα αποτελέσματα και τις συνέπειες μίας διαπλαστικής απόφασης και στα αποτελέσματα και συνέπειες του δεδικασμένου της αυτής απόφασης, ιδίως όσον αφορά μία πιλοτική δίκη.

Επιγραμματικά υπενθυμίζουμε πως οι ποικιλότροπες περικοπές σε κύριες κι επικουρικές συντάξεις καθώς και σε λοιπές συνταξιοδοτικές παροχές εντάσσονται εμπράκτως στα θέματα εκείνα που χαρακτηρίζονται ως γενικότερου ενδιαφέροντος, έχοντας συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων.  
Ιδιώτες των οποίων ένδικα βοηθήματα εκκρεμούσαν ενώπιον Διοικητικών Δικαστηρίων «ρώτησαν» το ΣτΕ, στη διαδικασία μπορούσε να παρέμβει κάθε διάδικος (τρίτος) –  επίσης σε εκκρεμή δίκη στην οποία τίθεται το ίδιο ως άνω ζήτημα – και να προβάλει τους σχετικούς ισχυρισμούς του.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας απεφάνθη επί των οριοθετημένων θεμάτων που άχθησαν ενώπιόν του (βλ.λ. αναλυτικά το σκεπτικό 6 της ΣτΕ Ολ.1406/2022) κατά τα ειδικώς οριζόμενα στο άρθρο 1 του Ν 3900/2010, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 40 του Ν 4055/2012 και ισχύει.

Στην 1406/2022 απόφασή της, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας πρωτίστως μας υπενθυμίζει πως «ο θεσμικός σεβασμός της διοικήσεως και του νομοθέτη προς τη νομολογία των δικαστηρίων, και δη των ανωτάτων, με την έννοια της εφαρμογής της σχετικής αποφάσεως ως νομολογιακού προηγούμενου και στους τελούντες σε όμοιες συνθήκες, αποτελεί, κατ’ αρχήν, ουσιώδη προϋπόθεση για την εμπέδωση του κράτους δικαίου».
Από την συνδυαστική ανάγνωση των διατάξεων του άρθρου 50 παρ.1 του Π.Δ.18/1989 και του άρθρου 196 ΚΔΔ προκύπτει ότι οι διαπλαστικές αποφάσεις, με τις οποίες ακυρώνεται ή τροποποιείται μια διοικητική πράξη, έχουν ως έννομη συνέπεια την κατάργηση ή την τροποποίηση της πράξης αυτής έναντι όλων, ακόμα κι όσων δεν έλαβαν μέρος στη δίκη για την ακύρωση. Αυτό όμως δεν ισοδυναμεί με το δεδικασμένο του άρθρου 197 του ΚΔΔ. Το ΣτΕ υπενθυμίζει πως η συμμόρφωση της Διοίκησης με τις εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις αφορά μόνον τα πρόσωπα που διετέλεσαν διάδικοι στη σχετική δίκη και για τον λόγο αυτό νομιμοποιούνται να προβάλλουν παράλειψη, άρνηση ή πλημμελή συμμόρφωση της Διοίκησης προς τα κριθέντα με την δικαστική αυτή απόφαση. Αντίθετα, η συμμόρφωση της Διοίκησης με τις εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις δεν αφορά τρίτα πρόσωπα τα οποία  δεν υπήρξαν διάδικοι στην οικεία δίκη και οι οποίοι για τον λόγο αυτό δεν νομιμοποιούνται να προβάλλουν παράλειψη, άρνηση ή πλημμελή συμμόρφωση προς τα κριθέντα.
Στην τελική, σύμφωνα με το άρθρο 197 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η ύπαρξη (και κατά προέκταση επίκληση) δεδικασμένου προϋποθέτει ταυτότητα διαδίκων και δικαιώματος.

Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 197 του ΚΔΔ: «3. Το … δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά εκείνων που διατέλεσαν διάδικοι, καθώς και αυτών που έγιναν, κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το πέρας της, καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοί τους, εκτείνεται δε και σε εκείνους από τους οποίους, σύμφωνα με το νόμο, μπορεί να αξιωθεί η εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης. Το δεδικασμένο που ισχύει για τον πρωτοφειλέτη καλύπτει και τον εγγυητή, και το αντίστροφο. Το δεδικασμένο που ισχύει για το νομικό πρόσωπο εκτείνεται και στα μέλη του.».

Ακόμα όμως και στην περίπτωση μίας πιλοτικής δίκης, τα περί δεδικασμένου ισχύουν στο ακέραιο καθώς η δικονομική δεσμευτικότητα της εκδοθείσας αποφάσεως δεν επεκτείνεται σε όμοιες εν γένει περιπτώσεις.
Με απλά λόγια, η εκδοθείσα απόφαση δεσμεύει, όπως ρητώς ορίζεται στον νόμο, μόνον τους διαδίκους της συγκεκριμένης δίκης – τους αρχικούς και τους παρεμβάντες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Οι δε εκκρεμείς υποθέσεις που θέτουν μόνο το αυτό το (νομικό) ζήτημα, αναστέλλονται υποχρεωτικά ως προς την εκδίκαση τους την περίοδο εκείνη κι επιλύονται μετά την έκδοση της αποφάσεως της πιλοτικής δίκης, κατά την ειδικώς οριζόμενη στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Ν 3900/2010 διαδικασία, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 40 του Ν 4055/2012 και ισχύει.
Η ασφάλεια δικαίου, δικαιολογητικός λόγος ύπαρξης της κυριολεκτικά κατ’ οικονομίαν χρόνου σε σχέση με την «κλασσική» δικαστική οδό (ένσταση/ενδικοφανής προσφυγή – τακτικά διοικητικά δικαστήρια [πρώτος βαθμός – δεύτερος βαθμός] – ΣτΕ [εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις]) διαδικασίας, συνίσταται στην ύπαρξη, από της εκδόσεως της κατά τα ανωτέρω αποφάσεως, επίκαιρης νομολογίας και δη απευθείας του ανωτάτου δικαστηρίου (ΣτΕ), χωρίς δηλαδή την μεσολάβηση αντίθετων αν όχι αντιφατικών αποφάσεων των τακτικών πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων διοικητικών δικαστηρίων, την οποία πρέπει να λαμβάνουν υπόψη κατά την εκδίκαση ομοίων υποθέσεων τόσο τα Τακτικά διοικητικά Δικαστήρια, όσο και η Διοίκηση κατά την αντιμετώπιση ομοίων υποθέσεων.

Κλείνοντας φρονούμε πως είναι καλό να παρακολουθούμε στενά, γενικά και ειδικά, τις πράξεις της Επιτροπής του άρθρου 1 του ν. 3900/2010. Στην περίπτωση που διαπιστώσουμε πως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας νομικό ζήτημα που ταυτίζεται με εκκρεμή ενώπιον των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων υπόθεση εντολέως μας να αναλογισθούμε τις συνέπειες της διάταξης της παραγράφου 3 του άρθρου 197 του ΚΔΔ και να μη διστάσουμε να παρέμβουμε εγκαίρως δικονομικά, ειδικά εάν έχουμε να προσθέσουμε κάτι πραγματικά σημαντικό και νόμω βάσιμο στην συζήτηση αυτή. Διαφορετικά απλά θα περιμένουμε την αναστολή εκδίκασης της υποθέσεως μας μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της πιλοτικής δίκης.

Source