Πατήστε το πλήκτρο "Enter" για να μεταβείτε στο περιεχόμενο

ΣτΕ 1515/2021 – Ανασφάλιστοι υπερήλικες: Συνταγματική και σύμφωνη με την Ε.Σ.Δ.Α. η προβλεπόμενη προϋπόθεση του ν. 4093/2012 για χορήγηση σύνταξης για όσους δεν λαμβάνουν ή δεν δικαιούνται οι ίδιοι σύνταξη

ΣτΕ 1515/2021 Α΄ Τμ. 7μ.
Πρόεδρος: Σ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Μ. Δρίβα, Πάρεδρος

 
Συνταγματική και σύμφωνη με την Ε.Σ.Δ.Α. η προβλεπόμενη στην περιπτ. β΄ του στοιχ. 5. της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρ. πρώτου του ν. 4093/2012 προϋπόθεση για τη χορήγηση σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα που αναφέρεται στη μη λήψη σύνταξης ή στη μη ύπαρξη δικαιώματος σύνταξης «από οποιονδήποτε Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ή το Δημόσιο στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, ανεξαρτήτως ποσού». Μειοψηφία. [Δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του Ο.Γ.Α. (ήδη Ο.Π.Ε.Κ.Α.). Αναιρείται η απόφ. Διοικ. Εφ. Λάρισας 244/2016].
 
Με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκαν τα εξής:

Ι. Σκοπός των διατάξεων του ν. 1296/1982 και των νεότερων νόμων 4093/2012 και 4387/2016 είναι η χορήγηση προνοιακής παροχής στους ανασφάλιστους υπερήλικες που δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους και είναι σε κατάσταση ανάγκης. Η παροχή αυτή καθορίζεται σε ένα επαρκές κατά την εκτίμηση του νομοθέτη ύψος για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του στοιχ. 5 της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρ. πρώτου του ν. 4093/2012, οι οποίες θεσπίσθηκαν σε συνθήκες οξείας δημοσιονομικής κρίσης, επιδιώχθηκε να καταστούν αυστηρότερες οι προϋποθέσεις χορήγησης της παροχής αυτής, ώστε να περιοριστεί ο κύκλος των δικαιούχων και, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, να λαμβάνουν την παροχή οι πραγματικά ανασφάλιστοι που δεν λαμβάνουν σύνταξη από οποιοδήποτε φορέα και έχουν πολύ μικρά εισοδήματα. Ενόψει του επιδιωκόμενου με τη θέσπιση των διατάξεων αυτών σκοπού, η προϋπόθεση που προβλέπει η περίπτ. β’ του στοιχ. 5 της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρ. πρώτου του ν. 4093/2012 για τη χορήγηση σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα και αναφέρεται στη μη λήψη σύνταξης ή στη μη ύπαρξη δικαιώματος σύνταξης «από οποιονδήποτε Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ή το Δημόσιο στην  Ελλάδα ή το εξωτερικό, ανεξαρτήτως ποσού» αφορά μόνο όσους ανασφάλιστους υπερήλικες δεν λαμβάνουν ή δεν δικαιούνται οι ίδιοι σύνταξη το ύψος της οποίας υπερβαίνει το ποσό της παροχής ανασφάλιστου υπερήλικα, το οποίο κατά την αντίληψη του νομοθέτη ενόψει των υφιστάμενων δημοσιονομικών, οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών και αναγκών θεωρείται επαρκές για την κάλυψη των βασικών αναγκών του ατόμου με γνώμονα το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Κατ’ ακολουθία, εάν στο πλαίσιο επανάκρισης από 1.1.2013, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του στοιχ. 5 της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρ. πρώτου του ν. 4093/2012, ήδη συνταξιούχου ανασφάλιστου υπερήλικα με βάση το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς διαπιστωθεί ότι αυτός συνταξιοδοτείται από άλλο ασφαλιστικό φορέα αλλοδαπό ή ημεδαπό ή το Δημόσιο, διακόπτεται η καταβολή ολόκληρου του ποσού της σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα μόνο αν η σύνταξη  που λαμβάνει αυτός από τον άλλο ασφαλιστικό φορέα ή το Δημόσιο είναι ανώτερη του καθοριζόμενου από το νόμο ποσού της σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα. Αν το ποσό της σύνταξης που λαμβάνει ο ανασφάλιστος υπερήλικας από τον άλλο φορέα είναι κατώτερο του καθοριζόμενου από το νόμο ποσού της σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα, αυτός δικαιούται την παροχή το ύψος της οποίας ανέρχεται στο ποσό της διαφοράς που προκύπτει μετά την αφαίρεση από το ποσό της σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα του ποσού της σύνταξης που λαμβάνει από τον άλλο φορέα. Έχοντας την ως άνω έννοια η διάταξη της περίπτ. β’ του στοιχ. 5 της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρ. πρώτου του ν. 4093/2012, ακόμη και αν συνεπάγεται μείωση (περικοπή) του ποσού της ήδη χορηγούμενης σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα, δεν αντίκειται σε καμία συνταγματική διάταξη ούτε σε άλλη υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη ή αρχή και ειδικότερα  δεν αντίκειται  στα άρθρ. 2 παρ. 1, 17 παρ. 1, 21 παρ. 3, 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Και τούτο,  διότι με τη νομοθετική αυτή ρύθμιση ναι μεν επέρχεται επέμβαση σε περιουσιακής φύσης δικαίωμα, όμως η ρύθμιση αυτή που έγινε στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής κοινωνικής προστασίας  για την κάλυψη της ευάλωτης ή ευπαθούς ομάδας των ανασφάλιστων υπερηλίκων υπαγορεύεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος συναπτόμενους με την ανάγκη για τη λήψη μέτρων εξοικονόμησης δημόσιων δαπανών σε συνθήκες οξείας και παρατεταμένης δημοσιονομικής κρίσης και δεν είναι δυσανάλογη με τον επιδιωκόμενο σκοπό (της χορήγησης στους ανασφάλιστους υπερήλικες που έχουν ανάγκη παροχής που είναι επαρκής για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης). Μειοψήφησε μια Σύμβουλος που υποστήριξε τα εξής: Με τις διατάξεις του άρθρ. πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.6 στοιχ. 5 του ν. 4093/2012, προβλέπεται η επανάκριση των ήδη δικαιούχων της ανωτέρω παροχής με βάση το νεότερο τιθέμενο από τη διάταξη αυτή κριτήριο της περιπτ. β’, αδιακρίτως, δηλαδή χωρίς εκτίμηση του ύψους της συντάξεως την οποία αυτοί λαμβάνουν από άλλη πηγή, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί αν διασφαλίζεται σε αυτούς ένα στοιχειώδες επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως. Με το περιεχόμενο δε αυτό η διάταξη αντίκειται προεχόντως στα άρθρα 2 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

ΙΙ. Με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως έγιναν δεκτά (λήψη από αλλοδαπό ίδρυμα κοινωνικής ασφάλισης σύνταξης ύψους 90 – 100 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή κατώτερης της χορηγούμενης σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα), το διοικητικό εφετείο έσφαλε κρίνοντας ότι η περίπτ. β΄ του στοιχ. 5 της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρ. πρώτου του ν. 4093/2012 αντίκειται στα άρθρα 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντ., ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούνταν ολόκληρο το ποσό της καθοριζόμενης από το νόμο σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα και όχι μόνο το ποσό της διαφοράς μεταξύ της σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα και της σύνταξης από τον αλλοδαπό φορέα και ότι, συνεπώς, η προσβληθείσα απόφαση διακοπής της επίμαχης συνταξιοδοτικής παροχής ήταν νομικώς πλημμελής και ακυρωτέα στο σύνολό της και όχι εν μέρει (δηλ. μόνο κατά το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ του ποσού της σύνταξης αναφάλιστου υπερήλικα και του ποσού που λάμβανε ο αναιρεσίβλητος από τον άλλο φορέα).