Πατήστε το πλήκτρο "Enter" για να μεταβείτε στο περιεχόμενο

Tax Explorer – Νοέμβριος 2021: Διάκριση πώλησης αγαθών και παροχής υπηρεσιών – Αύξηση ή μείωση του μετοχικού κεφαλαίου στα λογιστικά βιβλία – Κτήση εισοδήματος από υπεραξία μεταβίβασης τίτλων

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΙΧΕΛΙΝΑΚΗΣ
ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ                       
ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ – ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΟΣ, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
[email protected]     

Καθώς οδεύουμε προς το τέλος του έτους, το mydata και οι συναφείς με αυτό υποχρεώσεις «κλέβουν» την παράσταση καθώς το ενδεχόμενο νέας μεγάλης παράτασης φαντάζει δύσκολο.

Ας δούμε όμως τα σημερινά μας θέματα:
 

Α. Χρόνος απόκτησης του εισοδήματος που αποκτούν φυσικά πρόσωπα ή νομικά πρόσωπα/οντότητες από υπεραξία μεταβίβασης τίτλων, έναντι τιμήματος το τελικό ύψος του οποίου εξαρτάται από αναβλητική αίρεση.

Η διοίκηση αποφάνθηκε με την Ε.2171/2021 ότι όταν στη σύμβαση μεταβίβασης (πώληση) τίτλων προβλέπεται καταβολή πρόσθετου τιμήματος, η οποία εξαρτάται από την επέλευση μελλοντικών και αβέβαιων γεγονότων (αναβλητική αίρεση), χρόνος κτήσης του εν λόγω εισοδήματος είναι ο χρόνος πλήρωσης της αίρεσης, ο χρόνος δηλαδή κατά τον οποίο ο δικαιούχος αποκτά δικαίωμα είσπραξης αυτού (βλ. και την ΠΟΛ.1223/2015).
Κατά συνέπεια, για την εφαρμογή των άρθρων 42 και 58 του Κ.Φ.Ε. ως προς το πρόσθετο αυτό τίμημα, το εν λόγω εισόδημα προκύπτει μόνο εφόσον πράγματι πληρωθεί η αναβλητική αίρεση και αποκτάται κατά το χρόνο πλήρωσης της αίρεσης, οπότε και θα καταστεί αυτό απαιτητό. Ειδικότερα, ως προς τα φυσικά πρόσωπα-πωλητές, η υπεραξία επαναϋπολογίζεται και δηλώνεται το πρόσθετο εισόδημα της υπεραξίας στο έτος που προέκυψε, δηλαδή το έτος πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης.
 

Β. Ποια χρονική στιγμή θα απεικονισθεί η αύξηση ή μείωση του μετοχικού κεφαλαίου στα λογιστικά βιβλία ΑΕ

Απάντηση στο ερώτημα αυτό δίνει το ΣΛΟΤ με την 554/2021 απόφασή του. Αναφερόμενο ειδικότερα στην τροποποίηση καταστατικού, το οποίο είναι συστατικό στοιχείο του νομικού προσώπου, συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά της «συστατικής δημοσιότητας», υπό την έννοια ότι απαιτείται να προηγηθεί έλεγχος πληρότητας της διαδικασίας.
Τα έννομα αποτελέσματα της τροποποίησης καταστατικού, εκκινούν από την ημερομηνία καταχώρισης και ταυτόχρονης δημοσίευσης στο Γ.Ε.ΜΗ. της απόφασης του αρμόδιου εταιρικού οργάνου για την αύξηση ή τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου.
 

Γ. Η διάκριση πώλησης αγαθών και παροχής υπηρεσιών.

Θυμάμαι από το παρελθόν τον προβληματισμό που είχαμε όταν πουλάμε υπηρεσία που εμπεριέχει και πώληση υλικών, κόβουμε τιμολόγιο πώλησης ή υπηρεσιών. Τότε (εποχή ΚΒΣ) είχε λυθεί το θέμα με την καθιέρωση του κανόνα του 1/3.

Το ΣΛΟΤ λαμβάνοντας θέση σε κάποια υπόθεση υιοθέτησε την άποψη (ΣΛΟΤ 1163/2021)
«Από την παραπάνω σειρά διατάξεων προκύπτει ότι ο ν. 4308/2014 (ΕΛΠ) διατυπώνει τον γενικό όρο «τιμολόγιο» και δεν εξειδικεύει την διάκριση των εννοιών «πώληση αγαθών» και «παροχή υπηρεσιών», αναφορικά με την υποχρέωση έκδοσής του. Αυτό δε, ισχύει τόσο για τις πωλήσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών μεταξύ των ασκούντων επιχειρηματική δραστηριότητα (χονδρικές πωλήσεις), όσο και για τις πωλήσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών της οικονομικής οντότητας προς ιδιώτες καταναλωτές (λιανικές πωλήσεις).
Υπό την έννοια αυτή, σε ότι αφορά τον ορισμό της «παροχής υπηρεσίας», σε αντιδιαστολή με την «πώληση αγαθών», θα πρέπει να υιοθετηθεί η γενική παραδοχή ότι πρόκειται για επιχειρηματική δραστηριότητα, κατά την εκτέλεση της οποίας δεν διακινούνται, με οποιονδήποτε τρόπο, αγαθά προς πώληση.
«Παροχή υπηρεσίας», όταν χρησιμοποιούνται και υλικά ή βοηθητικές ύλες, θα πρέπει να θεωρείται και η περίπτωση εκείνη κατά την οποία το κόστος των υλικών αυτών δεν κρίνεται σημαντικό σε σχέση με την συνολική αμοιβή που τιμολογεί ο παρέχων την υπηρεσία. Οίκοθεν νοείται, ότι δεν θεωρείται παροχή υπηρεσίας, αν από την χρησιμοποίηση υλικών ή βοηθητικών υλών, μετά από κάποιας μορφής επεξεργασία, παράγεται νέο είδος αγαθού».

Δ. Επιχειρήσεις οι οποίες προβαίνουν σε μετασχηματισμό με βάση τις διατάξεις του ν.δ.1297/1972. Ο τρόπος υπολογισμού των αποσβέσεων των παγίων περιουσιακών στοιχείων που έρχονται στην κατοχή της απορροφώσας/ επωφελούμενης εταιρείας σε περίπτωση μετασχηματισμού με βάση τις διατάξεις του ν.δ. 1297/1972, όταν η αξία κατόπιν εκτίμησης είναι μικρότερη από τη φορολογικά αναπόσβεστη αξία. (Ε.2219/2021)

 
Η αξία των εισφερομένων παγίων περιουσιακών στοιχείων κατά τις διατάξεις του ν.δ.1297/1972, όπως αυτή προσδιορίζεται από την επιτροπή του άρθρου 9 του κ.ν. 2190/1920 (νυν άρθρο 17 ν. 4548/2018) για κάθε ένα περιουσιακό στοιχείο χωριστά, αποτελεί για την εταιρεία που προέρχεται από τη μετατροπή ή συγχώνευση (επωφελούμενη) την αξία κτήσης των περιουσιακών αυτών στοιχείων. Ως εκ τούτου, με δεδομένο ότι δε νοείται απόσβεση αξίας μεγαλύτερης του κόστους κτήσης των παγίων περιουσιακών στοιχείων, στην περίπτωση κατά την οποία η αξία των εισφερομένων παγίων περιουσιακών στοιχείων κατά τις διατάξεις του ν.δ.1297/1972, όπως έχει αποτιμηθεί με βάση τις κείμενες διατάξεις, είναι μικρότερη από την αναπόσβεστη, για φορολογικούς σκοπούς, αξία των παγίων αυτών (υποτίμηση), τότε από τα ακαθάριστα έσοδα της επωφελούμενης εταιρείας εκπίπτουν οι αποσβέσεις οι οποίες υπολογίζονται επί της αξίας εκάστου παγίου περιουσιακού στοιχείου, όπως αυτή έχει αποτιμηθεί από την πιο πάνω επιτροπή.
 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ Π. ΜΙΧΕΛΙΝΑΚΗΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ- ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΟΣ